Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΡΜΟΝΙΑ (ΜΕΡΟΣ 16ο)

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ME TO XAPOYMENO ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΠΑΙΔΙ

Η ψυχολογία μάς διδάσκει ότι οι άνθρωποι αντιμε­τωπίζουν τη ζωή, τις διάφορες καταστάσεις, τους ανθρώπους κ.λπ. με τρία διαφορετικά, ανάλογα με την περίσταση, επίπεδα του «εγώ». Μέσα μας, λοι­πόν, κρύβουμε ένα «παιδί», έναν «ενήλικο» και έναν «γονιό».
Το «παιδί» αντιστοιχεί στο καινούργιο, στην περιέργεια, στο παιχνίδι. Το παιδί διαθέτει το πλε­ονέκτημα της αβεβαιότητας. «Διαβάζει» διαφορε­τικά το ίδιο πράγμα κάθε φορά. Το παιδί καταξιώ­νει τον ρομαντισμό της επιθυμίας.
Ο «ενήλικος» λειτουργεί με λογική και υπευθυνότητα. Όσο μεγα­λώνει, έχει λιγότερες ερωτήσεις και πράττει μόνο τα αναγκαία. Το πολύ - πολύ να χρησιμοποιεί τον υπαινιγμό, την έμμεση παρατήρηση. Ξεχνά όμως ότι η σημερινή ουτοπία είναι η αυριανή δυνατότη­τα. Τέλος, ο «γονιός» εστιάζει το ενδιαφέρον του στην καθοδήγηση και στην προστασία. Πολλές φορές όμως γίνεται θύμα της βιολογικής του μοί­ρας: της φθοράς που επέρχεται, όσο περνούν τα χρόνια, μιας φθοράς που δεν του επιτρέπει να παί­ζει τον ρόλο του πάντοτε εξίσου καλά.
Μπαίνοντας στην εφηβεία και τα αγόρια και τα κορίτσια αρχίζουν να παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα «σοβαρά». Αυτή η συμπεριφορά αντικα­τοπτρίζεται στα πρόσωπα και στη στάση του σώμα­τός τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις φωτο­γραφίες των περιοδικών, που απευθύνονται σ’ αυτή την ηλικία, οι έφηβοι εμφανίζονται με ύφος σκυ­θρωπό και πρόσωπα συνοφρυωμένα! Βέβαια, αυτός είναι ο τρόπος των εφήβων να δείξουν ότι μεγάλωσαν και απαιτούν από τους άλλους να τους παίρνουν στα σοβαρά. Ακριβώς όμως αυτή είναι η κατάλληλη εικόνα για τη σωστή ανάπτυξη της γελαστικής συμπεριφοράς.
Ως παιδιά γελάμε πολύ εύκολα με οτιδήποτε μάς φαίνεται αστείο. Στην εφηβεία, όμως, και στην προσπάθειά μας να δείξουμε ότι μεγαλώσαμε, «ξε­χνάμε» να γελάμε, ιδίως με τον εαυτό μας. Αναπτύσσουμε ανελαστικές και απόλυτες συμπερι­φορές, συνηθίζοντας αυτό το είδος της σοβαρότη­τας και ως ενήλικες.
Η γελωτοθεραπεία στηρίζεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στη φύση του παιδιού, κι αυτό, σε πρακτι­κό επίπεδο, σημαίνει ότι με τη γελωτοθεραπεία μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε τις ψυχονοητικές ικανότητες του παιδιού. (Ξανα)θυμόμαστε την παιδικότητα. Μαθαίνουμε να παίζουμε με τη ζωή. Απελευθερώνοντας το παιδί που κρύβουμε μέσα μας - ή μήπως υπερπροστατεύουμε; - αυτομάτως φανερώνονται τα άδικα και τα δίκαια «πρέπει» της ζωής μας ως ενήλικες. Δίνοντας βάση στα δίκαια «πρέπει» θα κερδίσουμε σε σοβαρότητα, χωρίς την αρρώστια της σοβαροφάνειας.
Με αυτόν τον τρόπο ξεμπλοκάρεται κι ο ταλαιπω­ρημένος «ενήλικος» αλλά κι ο «γονιός», που είναι χαμένος μέσα σε ανούσιες προστατευτικές και καθοδηγητικές συμπεριφορές.
Οι J. Laplanche και J.B. Pontalis στο Λεξικό της Ψυχανάλυσης και στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αναλύσουν τον Φρόιντ αναφέρουν γι’ αυτόν πως πίστευε και επέμενε ότι το παιδικό παρελθόν του κάθε ανθρώπου παραμένει μέσα του και μάλιστα άφθαρτο. Ο πρώτος αυτός ψυχισμός του ατόμου διατηρεί πάντα την ικανότητα της παλι­νόρθωσης.
Προσωπικά, έχω πολύ σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως είναι «στο χέρι μας» να κινητοποιή­σουμε αυτή την παλινόρθωση της παιδικότητάς μας. Η κατά βούληση ενεργοποίηση της παιδικότη­τάς μας έχει αποδειχθεί, στην πράξη, μία πολύ γόνιμη αντίδραση, σε αντίθεση με την βεβιασμένη συμπεριφορά στο πλαίσιο της οποίας... μιμούμαστε τα παιδιά.
Το μόνο λοιπόν που χρειάζεται είναι να βρούμε το θάρρος για να γελάσουμε! Μπορούμε να αποτελέσουμε την έκπληξη για εμάς, για τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τα παιδιά μας, τους συναδέλ­φους μας.
Αυτή η «έκπληξη» δικαιώνει την άποψη ότι: «Δεν γερνάμε επειδή τα χρόνια περνούν, αλλά επειδή τα αφήσαμε να περάσουν».
Αν αυτό φαίνεται σε κάποιους μια επιπόλαιη και καθόλου σοβαρή άποψη και στάση ζωής, ας σκεφτούν ότι τα παιδιά μαθαίνουν τη ζωή και την κοι­νωνικοποίηση μέσα από το παιχνίδι.
Τα δικά μας ενήλικα «παιχνίδια» έχουν να κάνουν με τις διαπροσωπικές σχέσεις, με επαγγελματικούς προβληματισμούς, με απώλειες αγαπημένων προ­σώπων και λοιπά σοβαρά θέματα.

Μαθαίνοντας να παίζουμε με τον πόνο μας κυρίως, μαθαίνουμε συγχρόνως και πότε αυτός ο πόνος αξί­ζει να σταματήσει. Μετά, μπορούμε να αισιοδοξούμε χωρίς φόβο, θυμό ή «απορίες». «Βρες χρόνο να είσαι παιδί», γράφει ο Γιάννης Ρίτσος, «για να νιώσεις αυθεντικά ανθρώπινος».